[239] ἀν-οίκειος (ἀνοικεία?), 1) nicht befreundet, vertraut, ἀνοικείως ἔχειν πρός τι, Sp., fremd, τινός, D. Sic. 1, 77. – 2) unpassend, Pol. 6, 10 (Suid. ἀπρεπές); τινί, 5, 96; Plut.; vgl. Cic. Att. 16, 11.