[783] ἐκ-τρύχω, aufreiben, praes., D. C. 77, 9; ἐξετρύχωσαν Thuc. 3, 93; χρημάτων ἀπορίᾳ ἐκτρυχώσειν 7, 48; Folgde; ῥάκεα ἐκτετρυχωμένα, abgetragene Lumpen, Luc. Tox. 30, v. l. ἐκτετριχωμένα.