[981] ἐπι-σπέρχω, beschleunigen, κέντρῳ, anspornen, Il. 23, 430; antreiben, Od. 22, 451; ἐπεὶ τὸ πρᾶγμ' ἐπισπέρχει ϑεός Aesch. Spt. 671; ὁ μὲν τοιαῠτα τούς τε ἄλλους ἐπέσπερχε καὶ τὸν ἑαυτοῦ κυβερνήτην ἠνάγκασεν ὀκεῖλαι τὴν ναῦν Thuc. 4, 12; Sp., τοὺς ἐργάτας, antreiben, Luc. Char. 17; ἴχνος, die Spur verfolgen, Opp. Cyn. 4, 96; χεί. ρεσσι – ἐρετμούς Ap. Rh. 3, 346. – Intraus., sich beschleunigen, ἄελλαι, anstürmen, Od. 5, 304.