ἀμφι-λύκη
[140] ἀμφι-λύκη νύξ (s. λυκόφως), Morgendämmerung, der [140] grauende Morgen, Hom. einmal, Iliad. 7, 433 Scholl. Ariston. ἡ διπλῆ, ὅτι ἅπαξ μόνον ἐνταῦϑα τῇ λέξει κέχρηται; – ohne νύξ Ap. Rh. 2, 671; – Agath. 78 (VII, 583) τρισσὴ δ' ἀμφιλύκη δρόμον ἤνυσεν.